Τα σημαντικώτερα καί τά μᾶλλον λαμπρά καί σεβαστά ἐξ ὅλων τῶν Μυστηρίων τῆς ἀρχαίας *Ελλάδος. Περί Ελευσινίων ἀνέκαθεν καί μέχρι σήμερον πολύ λάἐγράφησαν τά ὁποῖα εἶναι κατά τό πλεῖστον ἐξωτερικαί αφηγήσεις ἄνευ ἐσωτερικού περιεχομένου και κατά το πλείστον φαντασιώδεις.

Δύο εἶναι τά κύρια ερείσματα τοῦ ἐρευνητοῦ, ἄν καί ἄντικρυς ἀντίθετα ὡς πρός τό πνεῦμα : τό πρῶτον εἶναι ὁ λεγόμενος ὁμηρικός ὕμνος εἰς τήν Δήμητραν ὁ ὁποῖος δύνα ται να θεωρηθῇ ὡς ἡ κυριωτέρα πηγή περί τῆς καταγωγῆς, τῆς Ιδρύσεως, τῆς πρώτης σημασίας καί τῆς φύσεως τῶν Ελευσινίων, ο ὕμνος οὗτος ἐμφανίζει τόν μῦθον τῆς Δήμητρος ὑπό τήν πρωταρχικήν αὐτῆς μορφήν δηλ, ὡς θεάν ἀγροτικήν καί χθονίαν καί διηγεῖται τα πάθη καί τάς πράξεις αὐτῆς συμφώνως πρός τήν τυπικήν τῆς ̓Ελευσίνος παράδοσιν,

*Η δευτέρα πηγή, εἶναι ἐκτενές σχετικῶς ἀπόσπασμα τοῦ Κλήμεντος τῆς ̓Αλεξανδρείας (εἰς τόν Προτεπτικόν του) τό ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει καί ὁ Εὐσέβιος (Εὐαγγ. Προπαρ.Τ., σ. 79) ἐν τῷ ὁποίῳ διασύρεται και διακωμωδεῖται ὁ μῦθος τῆς Δήμητρος και Κόρης, διαφεύγουν όμως πολλά στοιχεία τα ὁποῖα ἐπιχέουν κάποιο φῶς εἰς τήν ἐσωτερικήν σημασίαν τῶν δρωμένων, δεικνυμένων και λεγομένων.

Εκτός τῶν δύο τούτων πηγῶν, ὑπάρχει ἀκόμη πλῆθος ἀπoσπασμάτων ποικιλωτάτων ἀρχ. συγγραφέων, ἀπό τοῦ Θέωνος τοῦ Σμυρναίου μέχρι τοῦ ̓Αριστοφάνους και από του Ησιόδου μέχρι του Πλουτάρχου, τὰ ὁποῖα ἐπιρρίπτουν ενίοτε πολύτι μον φῶς εἰς τό Εσωτερικόν πνεῦμα τῶν Μυστηρίων.

O μύθος περί Δήμητρος και κόρης. Η υπόθεσις τοῦ εἰς την Δήμητραν ὁμηρικοῦ ὕμνου, εἶναι ἡ μέ τήν συγκατάθεσιν τοῦ Διὸς ἁρπαγή τῆς Περσεφόνης ὑπό τοῦ Πλούτωνος – Αϊδω – νέως καί ἡ ματαία αναζήτησις αὐτῆς ἀνά τήν οἰκουμένην, μέτ χρις ὅτου ἡ Δήμητρα – Δηώ μανθάνει από τον “Ηλιον ὅτι ἡ θυγάτηρ της ανηρπάγη ὑπό τοῦ “Αδου-Αϊδωνέως

Η Δημήτηρ πληροφορηθεῖσα τοῦτο καταλαμβάνεται από φορ βεράν λύπην, ἐγκαταλείπει τόν “Ολυμπον καί ἀρχίζει να περιπλανᾶται ἀνά τάς πόλεις τῶν ἀνθρώπων, μέχρις ὅτου, ἀφιχθεῖσα εἰς ̓Ελευσίνα, προσλαμβάνεται ὡς τροφός τοῦ Δημοφῶντος, υἱοῦ τοῦ βασιλέως τῆς ̓Ελευσῖνος Κελεοῦ. ̔Η μεταμορφωμένη εἰς γραίαν θεά, ἐπιθυμοῦσα νά καταστήση τον βασιλόπαιδα ἀθάνατον, ἐξέθετε αὐτόν κατά τήν νύκτα εἰς τό πῦρ διά να κατακαύση το θνητόν του μέρος καί να παραμείνη τό ἀθάνατον αὐτοῦ πνεῦμα, ̓Αλλ ̓ ἡ μήτηρ τοῦ παιδίου Μετάνειρα παρακολουθήσασα μίαν νύκτα τήν πρᾶξιν τῆς θεᾶς, ἐξέβαλε φωνήν τρόμου καί τοιουτοτρόπως ἐματαίωσε την πρόθεσιν τῆς θεᾶς νά τόν καταστήσῃ ἀθάνατον. Αμέσως τότε ἡ Δήμητρα απεκάλυψε την θεϊκήν της υπόστασιν καί ἀπῆλθε, ἀφοῦ διέταξε τον Κελεόν ὅπως οἱ κάτοικοι τῆς ̓Ελευσίνος κτίσουν μέγαν ναόν καί βωμόν, Η Δήμητρα, πρός ἀνταμοιβήν τῆς φιλοξενίας ὑπεσχέθη να διδάξη ή ιδία εἰς τούς ἀνθρώπους την γεωργίαν καί ἰδιαιτέρως την καλλιέργειαν τοῦ σίτου και τα σχετικά με αυτήν ἱερά μυστήρια.

*Η περιπλάνησις τῆς Δ. κατά τόν ὁμηρικόν ὕμνον διήρκεσεν επί 9 ἡμέρας, ὅσον διήρκουν και τα Μεγ. Μυστήρια.

*Η Δ. μέ τήν συγκατάθεσιν τοῦ Διός καί τῇ μεσολαβήσει τῆς Ρέας (‘Εκάτης) Επιτυγχάνει συμβιβασμόν μέ τόν Πλούτωνα κατά τόν ὁποῖον ἡ Περσεφόνη ὤφειλε να μένη πλησίον του συζύγου της κατά το 1/3 τοῦ ἔτους, κατά δέ τά ἄλλα 2/3 Όμως πλησίον τῆς μητρός της καί τῶν ὁλυμπίων θεῶν, Πρίν αὕτη ἀναχωρήσει, ὁ Πλούτων δίδει κρυφά εἰς αὐτήν να φάγη μή ένα γλυκών κόκκον ροδίου, διά νά τοῦ μείνη πιστή και ἀθετήσῃ τόν λόγον της. “Ωστε ο κόκκος τῆς ροιᾶς ἐδόθη προς συμβιβασμόν, διά να εξασφαλισθῇ ἡ ἐπάνοδός της. Υπήρξε το Ιερόν σύμβολον τῆς ἑνώσεως τῆς Κόρης με τον Αδην: ἔπρεπε ἐφεξῆς να μένη κάτω ἐπί 3 μῆνας με τον σύζυγόν της και τους ἄλλους μέ τήν μητέρα της. ‘Ο κόκκος του συμβιβασμοῦ αὐτοῦ ἦτο το σύμβολον τῆς ροιᾶς.

Πριν αναχωρήσῃ ἡ Δ. εἰς τόν “Ολυμπον ἐδίδαξεν, ὡς ἐλέχθη τούς ἡγεμόνας τῆς ̓Ελευσίνος Τριπτόλεμον, Εὔμολπον, Διοκλῆν καί Κελεόν τήν υποράν τοῦ σίτου, τάς ελευσινιακός θυσίας και τα σχετικά με ταύτας μυστήρια.

Ο Τριπτόλεμος ἐφεῦρε τό ἄροτρον καί ἐδίδαξε την σπόράν τοῦ σίτου. “Ο δέ Εὔμολπος ἔγραψε τελετάς Δήμητρος και τήν προς Κελεόν ἄφιξιν καί τήν μυστηρίων παράδοσιν τήν ταῖς θυγατράσιν αὐτοῦ (τοῦ Κελεοῦ) γινομένην, ἔπη τα πάντα τρισχίλια”. (Σουΐδας, Τ.Ι. μ. ΙΙ σ.620).

– Προέλευσις τῶν μυστηρίων. Η ἐπικρατούσα ιστορική γνώμη εἶναι ὅτι αἱ τελεταί τῶν ἐλευσινίων εἰσήχθησαν κατά πρῶτον εἰς ‘Ελευσίνα ὑπό τοῦ Θρακός Εὐμόλπου από παναρχαίων χρόνων. Κατά τον Διόδωρον τόν Σικελιώτην, ὁ ‘Ερεχθεύς ἐξ Αἰ γύπτου ἐλθών, ἔδειξε τάς τελετάς τῆς Δήμητρος καί ἐτέλεσε τα μυστήριά της.

*Ο Ομηρικός ύμνος, ὡς εἴδομεν, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι κατ’ ἀρχάς τέσσαρα πρόσωπα μετεῖχον τῶν “σεμνῶν ὀργίων” τῆς Δήμητρος, οἱ 4 δηλαδή βασιλεῖς τῆς ̓Ελευσίνος Τριπτόλεμος, Εὔμολπος, Διοκλῆς καί Κελεός. Κατά τόν κ.Γ. Καρβελᾶν (Εγκ. Πυρσού, Τ.9 τ. 937-940) κατά τήν παλαιοτάτην εποχήν μόνον οἱ ἀπόγονοι τῶν 4 τούτων ἀνδρῶν ἐδικαιοῦντο να μετέχουν τῆς λατρείας τῆς Δήμητρος, ̓Αλλ ̓ ἡ θεότης αὕτη, ἐνῷ ὡς “ζείδωρος ἄρουρα”( γόνιμη, εύφορη) ἐθεωρεῖτο ὡς ἡ θεότης τῆς παραγωγῆς τῶν καρπῶν και συνεπῶς ὡς τό ἀρχικών στοιχεῖον πάσης ζωής, Εθεωρεῖτα συγχρόνως καί ὡς ἡ θεά ἐκείνη, εἰς τήν ὁποίαν κατ’ ανάγκην ἔπρεπε νά ἐπιστρέψουν τά ὑπ ̓ αὐτῆς γεννηθέντα και ταφέντα, εἰς τήν ὁποίαν ἦτο ἀνάγκη νά ἀποδοθῶσι καί οἱ ἄνθρωποι μετά θάνατον διά τῆς ταφῆς (Δημήτηρ = Δᾶ μάτηρ = Γη Μήτηρ), Τῆς θεότητος λοιπόν ταύτης ή λατρεία εἶναι εὐνόητον ὅτι ἀνέκαθεν προσήλκυε τὰς ψυχὰς τῶν εὐσεβῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν ὅτι ἠδύναντο, τιμῶντες την μητέραν Γῆν, να απολαύσωσι μέν τῶν ἐξ αὐτῆς παραγομένων καρπῶν ἐν τῷ παρόντι βίῳ, να εξασφαλίσωσι δέ καί καλλιτέραν τύχην μετά θάνατον. Η εξασφάλισις λοιπόν τῆς μετά θάνατον εὐδαιμονίας ἦτο ὁ κυριώτερος σκοπός τῶν ὑφισταμένων τήν ἐν ‘Ελευσίνι μύησιν,

Κατ’ αὐτόν τόν τρόπον ἡ οἰκογενειακή ἑορτή τῆς Δήμης τρος ἐν Ελευσίνι, από αγροτικής καταστάσα ηθική, κατέληξε να περιβληθῆ καί τόν πέπλον του μυστηρίου, κατέστη ἑορτή σκοποῦσα τὸν ἐξαγνισμόν τῶν μετεχόντων αὐτῆς και διασφάλισιν τῶν ψυχῶν αὐτῶν μετά θάνατον, ‘Εν τέλει πάντες οἱ Ἕλληνες ἐδικαιοῦντο νά ὑφίστανται τήν μύησιν ἐφ’ ὅσον ἦσαν “χεῖρας καθαροί” μόνον δέ οἱ βάρβαροι απεκλείοντο ταύτης. Βραδύτερον ὅμως ἐπετράπη καί εἰς ξένους ἡ συμμετοχή εἰς αὐτά, πολλῶν ἐπιφανῶν Ρωμαίων μυηθέντων ουτω εἰς αὐτά. Το πλῆθος τῶν οὕτω συρρεόντων εἰς ̓Ελευσίνα κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους ἦτο καταπληκτικόν. οἱ εὐσεβεῖς, γράφει ὁ κ. Γ. Καρβελᾶς, “οἱ ὁποῖοι δέν ἐθεώρουν δι ̓ ἑαυτούς τήν συνήθη λατρείαν τῶν θεῶν ὡς ἀρκετήν, καί οἱ ὁποῖοι δέν ἔμενον εὐχαριστημένοι ἐκ τῶν φιλοσοφικῶν θεωριῶν οἱασδήποτε σχολῆς, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀρχήν καί τον σκοπόν τοῦ βίου καί ἰδίως τήν μετά θάνατον τύχην τῆς ψυχῆς, ἐπεθύμουν ὅμως νά ἐξασφαλίσουν εἰς ἑαυτούς ψυχικήν ἡρεμίαν ἐν τῷ παρόντι βίω καί εὐδαιμονίαν μετά θάνατον, ἐνόμιζον ὅτι δύνανται νά ἐπιτύχουν πάντα ταῦτα διά τῆς μυήσεως των εἰς τήν Ελευσίνα καί ἄλλα παρόμοια Μυστήρια. Η μύησις δηλ. ἐθεωρεῖτο ὡς μέσον δυνάμενον να ἐξαγνίση καί καθαγιάση τόν ἄνθρωπον καί νά ἑνώση τρόπον τινα αυτόν μετά τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου προσεκτᾶτο τάς δυνάμεις και ιδιότητας. Βαθμηδόν ἡ παλαιά χροιά των ̓Ελευσινίων, ὡς τοπικῆς λατρείας τῆς Δήμητρος ἐξέλιπεν ἐντελῶς καί τό ἐν ̓Ελευσίνι ἱερόν περιεβλήθη τήν αἴγλην του ἐξαιρετικῶς ἁγνοῦ, τοῦ διά τοῦτο μοναδικοῦ ἐν τῷ κόσμῳ καί ἑπομένως παγκοσμίου Ιδρύματος”.

Τό ἐν ̓Ελευσίνι ἱερατεῖον. Κατά τούς χρόνους τῆς ἀκμῆς τῶν ̓Ελευσινίων, πολυάριθμον προσωπικόν ἠσχολεῖτο εἰς τά τῆς λατρείας τῶν θεῶν καί εἰς τήν μύησιν τῶν δοκίμων.

Τα ανώτατα τῶν ἱερατικῶν ἀξιωμάτων, κτῆμα τῶν ἀπογόνων τῶν παλαιῶν ἡρώων τῆς ̓Ελευσίνος, ἦσαν: – Ο Ιεροφάντης, ανήκων πάντοτε εἰς τήν οἰκογένειαν τῶν Ευμολπιδών. ̔Ο Δαδούχος, ἀνήκων εἰς τούς ἀπογόνους του Τριπτολέμου και βραδύτερον εἰς τούς Λυκομίδας. Ο Ιεροκῆρυξ λαμβανόμενος ἐκ τοῦ γένους τῶν Κηρύκων. Το Επιβώμιος ἱερεύς ἐκ τοῦ ἰδίου γένους.

Εἰς τόν ̔Ιεροφάντην αντιστοίχει ἡ Ιέρεια Ιεροφάντις, εἰς τόν Δαδοῦχον ὁμώνυμον ἐπίσης πιθανόν ἱέρεια. Του Ιερο κήρυκος δέν ἀναφέρεται ἀντίστοιχος Ιέρεια, ἐνῷ πρός τόν Επιβώμιον Ιερέα αντιστοίχει ἡ καλουμένη Ιέρεια τῆς Δήμητρος ἤ ̓Επώνυμος Ιέρεια.

Πλήν τῶν ἱερέων ὑπῆρχαν καί οἱ κατώτεροι υπάλληλοι λαμβανόμενοι ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς αὐτούς ἱερατικά γένη. Ο τοι ἀναφέρονται ὁ ̓Ιακχοφόρος, ὁ Κουροτρόφος, ὁ Δαειρίτης καί ἡ ἱέρεια Δαειρῖτις, χρησιμοποιούμενοι κυρίως εἰς τήν πομπήν τοῦ ̓Ιάκχου, ὁ Λικνοφόρος, φέρων το Κέρνον (Ιερόν λίκνον), οἱ: Υδρανοί (οἱ καθαίροντες τούς ὑποψηφίους μύστας), οι Σπονδοφόροι, οι Πυρφόροι, ὁ ̔Ιεραύλης (ἀρχηγός τῆς ἱερᾶς μουσικῆς μέ τούς ὑπ ̓ αὐτόν ̔Υμνωδούς και Υμνητρίας, καί οἱ Φαιδρυνται οἱ διατηροῦντες τόν Ναόν καί τά αγάλματα τῶν θεῶν καθαρά.

Τέλος ὡς περιβεβλημένοι ἀληθές ἱερατικόν ἀξίωμα ἐθεωροῦντο καί οἱ παῖδες ἀφ’ ἑστίας μεμυημένοι” οἱ ὁποῖοι ἐξελέγοντο κατ’ ἔτος διά κλήρου ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τάς οἰκογενείας τῶν παλαιῶν εὐπατριδῶν καί ἀπήγγελον τυπικές τινας φράσεις καί εὐχάς ἐξ ὀνόματος καί ὑπέρ πάντων τῶν παρευρισκομένων.

Χρόνος και τόπος τῆς μυήσεως. Κατά τους χρόνους του Ηροδότου, τα Ελευσίνια ἐτελοῦντο ἀνά πενταετίαν, ἀργότερον ὅμως κατ ̓ ἔτος. Διηροῦντο εἰς Μικρά ή Ελάσσονα Μυστήρια ή Μυστήρια ἐν “Αγρᾳ καί εἰς Μεγάλα ἤ Μείζονα Μυστήρια.

Τα πρῶτα ἦσαν οὕτως εἰπεῖν μία προπαρασκευαστική προβαθμίς διά τήν μύησιν εἰς τά Μεγάλα. Η μύησις ἐτελεῖτο εἰς τρεῖς ἤ περισσοτέρας περιόδους, ἤτοι τό πρῶτον ἐν Αγρα (ἐ- πί τοῦ λόφου Αδρηττοῦ ἐν ̓Αθήναις, παρά τον Ιλισόν) κατά τόν μῆνα ̓Ανθεστηριώνα (Φεβρ.-Μάρτ, ἤτοι πλησίον τῆς ἑαρινῆς Ισημερίας) το δεύτερον ἐν ‘Ελευσίνι μετά 7 μῆνας (τόν Βοηδρομιώνα ἤτοι Σεπτέμβριον φθινοπωρινή ισημερία) καί τό τρίτον πάλιν ἐν ̓Ελευσίνι μετά ἕν τουλάχιστον ἔτος ἀπό τῆς δευτέρας μυήσεως, καθ’ ήν παρείχετο ἡ ̓Εποπτεία.

Διάρκεια και τρόπος τελέσεως τῶν Μυστηρίων.

Τῆς τελέσεως τῶν Μυστηρίων κατά τούς χρόνους τῆς ἀκμῆς ἦτο περίπου ὁ ἑξῆς:

Οἱ ἐπιθυμοῦντες να μυηθοῦν ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν από τά ἐν ̓́Αγρα ἤ ἐλάσσονα Μυστήρια. Αἱ τελεταί μυήσεως εἰς τὰ ἐλάσσονα Μ. ἦσαν κυρίως τελεταί καθαρμού και σκοπόν εἶχον να προπαρασκευάσουν τον μέχρι τοῦδε “βέβηλον” διά τήν εἰσδοχήν του εἰς τά Μείζονα Μυστήρια. Αν και δέν γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς τόν τύπον τῆς καθάρσεως ταύτης, συμ- περαίνεται ὅτι ὁ ὑποψήφιος εἰσήρχετο εἰς τόν μικρόν ναόν τόν εὑρισκόμενον ἐπί τῆς ὄχθης τοῦ ̓Ιλισοῦ καί ὑπεβάλλετο εἰς καθαρμούς συμβολίζοντας τόν ἠθικόν ἐξαγνισμόν. Ο Δαδοῦχος κατόπιν ἐτοποθέτει τους πόδας τοῦ ὑποψηφίου ἐπί τῶν δερμάτων τῶν θυμάτων τά ὁποῖα εἶχον θυσιασθῆ εἰς τόν Δία. Κατά τόν Ησύχιον μόνον ὁ ἀριστερός ποὺς ἐτοποθετεῖτο ἐπί τῶν δερμάτων. Εἰς τήν θέσιν ταύτην εὑρισκόμενος ὁ δόκιμος ἠρωτᾶτο ἐάν ἐγεύθη ἄρτον καί ἐάν εἶναι ἁγνός.

*Εάν αἱ ἀπαντήσεις του ἦσαν ικανοποιητικαί, υφίστατο ἄλλας· συμβολικάς τελετάς, ἡ ἀπόκρυφος, ἐξήγησις τῶν οποίων τοῦ ἐδίδετο ἀφοῦ προηγουμένως ὑπεβάλλετο εἰς ὅρκον τῆς ἐχεμυθείας. Ο μυούμενος εἰς τα μικρά Μυστήρια ἐλάμβανε τόν τίτλον του “μύστου”ὁ ὁποῖος ἐσήμαινεν ὅτι ἦτο ἀκόμη τυφλός και ἄφωνος (ἐκ τοῦ “μύω” μισοκλείνω τοὺς ὀφθαλμούς και το στόμα) ἔναντι τῶν μεγάλων ἀληθειῶν αἵτινες θά τοῦ ἀπεκαλύπτοντο ἀργότερον.

Τα Μείζονα Μυστήρια. Ετελοῦντο ἐν ̓Ελευσίνι. Αρχίζον την 15ην Βοηδρομιώνος (κατά Σεπτέμβριον, φθινοπωρινή ισημερία) και διήρκουν ἐπί 9 ἡμέρας (ὅσαι αἱ ἡμέρας τῆς περιπλανήσεως τῆς Δήμητρας πρός ἀνεύρεσιν τῆς Κόρης, και ὅση ἡ διάρκεια τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς γυναικός εἰς μῆνας). Κατά τον Πλούταρχον, διά να μυηθῆ τις εἰς αὐτά επρεπε να παραμείνη μύστης τῶν Ελασσόνων Μυστ, ἐπί ἐν τουλάχιστον ἔτος· ὁ Τερτυλιανός όμως ἰσχυρίζεται ότι μεταξύ τῶν δύο μυήσεων ἐμεσολάβει πενταετές χρονικόν διάστημα. Ισως το μέτρων τοῦτο ἐλήφθη ἐκ τῶν ὑστέρων, και τόπιν τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅτε μεγαλειτέρα κατεβάλλετο προσοχή εἰς τήν ἐπιλογήν τῶν μυουμένων, πρός αποφυγήν προδοσιῶν.

Αρκετάς ἡμέρας πρὸς τῆς ἐνάρξεως τῶν Μειζόνων Μυστηρίων, οἱ Σπονδοφόροι προεκήρυσσον την Ιεράν εκεχειρίαν, διἀρκοῦσαν ἐπί δύο μήνες και 10 ἡμέρας,

Την προηγουμένην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑορτῆς (τήν 14ην Βοηδρομιώνος ) μετεφέροντο ἐξ’ Ελευσῖνος εἰς ̓Αθήνας, τα “Ιερά” (ἀγάλματα καί σύμβολα) τῆς Δήμητρος και κατετίθεν τα εἰς τό ὑπό τήν ‘Ακρόπολιν παράρτημα τοῦ ἐλευσινίου ιερού, τὸ καλούμενον ‘Ελευσίνιον,

– τήν πρώτην ἡμέραν τῆς ἑορτῆς (15ην Βοηδρομιώνος) πάντες οι υποψήφιοι συνεκεντροῦντο παρά τήν Ποικίλην Στοάν ἐκ τῆς συναθροίσεως δέ ταύτης ἐκλήθη καί ἡ ἡμέρα αύτη ‘Αγυρμός. * Εγνώριζον, ὅτι ἡ μύησις τούς ἀνέμενε, οὐχ ̓ ἧττον ὅμως ούδεμίαν ἰδέαν εἶχον περί τῶν μυστηρίων εἰς ἃ ἔμελλον να παραστῶσι. “Εβλεπον ἐρχόμενον τόν ̔Ιεροφάντην συνοδευόμενον ὑπό τοῦ Δαδούχου ὅστις εἶχεν ὡς σκοπόν νά ἐπαγρυπνῇ ἐπί πάσῶν τῶν λεπτομερειῶν τῆς μυήσεως. Μετά τούτους ἠκολούθουν οἱ ἱερεῖς φέροντες ἕκαστος τά ἐμβλήματα τοῦ λειτουργήματός του καί τοῦ βαθμοῦ τῆς μυήσεώς του. Ακολούθει ἡ προκήρυξις τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑορτῆς (πρόρρησις) εἰς τήν ὁποίαν ἐκαλοῦντο να μετάσχωσιν πάντες οἱ βουλόμενοι, ἀποκλειομένων μόνον ἐκείνων ὅσοι ἦσαν “χεῖρας μή καθαροί” ή “φωνήν ἀξύνετον” του τέστιν οἱ ἐγκληματίαι καί οἱ φλύαροι. Οἱ δόκιμοι ώφειλον να ἀποδείξουν ὅτι ἠκολούθησαν τά ἐλάσσονα Μυστήρια, ἔδει δε πρός τούτοις νά ὑποσχεθοῦν δι ̓ ὅρκου νά μή ἀποκαλύψουν ἔστω καί ἐλάχιστα σημεία περί ὅσων ἔμελλον να ἴδουν ἤ νά ἀκούσουν. Διετάσσετο ἐν συνεχεία να τηρήσουν ὡρισμένην τινα νηστείαν καθ’ ὅλην τήν διάρκειαν τῶν ἱεροτελεστιῶν καί ἰδίως να μή φάγουν τάς ἀπηγορευμένας τροφάς ὡς οἱ κύαμοι (κουκιά) καί οἱ ἰχθεῖς.

Η δευτέρα ἡμέρα (16η Βοηδρομιώνος) ἐκαλεῖτο “Αλαδε μύσται” διότι κατ’ αυτήν οι υποψήφιοι μύσται μετέβαιναν τήν παραλίαν τῆς θαλάσσης καί ἐλούοντο. ̓Εκεῖ ἔπλυνεν ἕκα στος καί ἐν χοιρίδιον τό ὁποῖον ἐθυσιάζετο, κατά την επομένην εἰς τήν Δήμητραν πάντοτε ἐν τῷ ̓Ελευσινίῳ.

– Η τρίτη ἡμέρα (ή 17η) ἦτο κατά τον Πλούταρχον ἡμέρα πένθους και πενθίμων τελετουργιών. Ο Πρόκλος λέγει ὅτι ἡ τελετουργία αὕτη ἐτελεῖτο εἰς μνήμην τῶν δακρύων τῆς Δήμητρος και Κόρης. Οι υποψήφιοι προσέφερον ἄνθη καί οπώρας εἰς τόν Διόνυσον, ὅστις ἔμελλε νὰ ἀνοίξη τάς πύλας εις τοὺς ἄλλους κόσμους, τό δέ ἑσπέρας ἐτέλουν μίαν αγρυπνίαν πρός τιμήν τοῦ ̓Ασκληπιού.

– Κατά την τετάρτην ἡμέραν (18ην) το πρωί μετέφερον τα ἀγάλματα τῶν θεαινῶν ἐκ τοῦ ̓Ελευσινίου εἰς τόν Ναόν του Ασκληπιού.

– Την πέμπτην ἡμέραν (19ην ) τά ἱερά τά ὁποῖα εἶχον κομισθῆ εἰς ̓Αθήνας πρό τῆς ἑορτῆς, ὡς καί τό ἄγαλμα τοῦ μετεφέρεντο με συνοδεία των μυστών εις Ελευσίνα. H Απόστασης ήτο σχετικώς αρκετά μεγάλη (22 χ/τρα) κατά μήκος τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ, ἔπρεπε δε να διανυθῇ πεζή. Η πομπή προχώρει βραδέως. Επί κεφαλῆς ὁ ‘Ιεροφάντης, ερύθμιζε το βήμα Κατά μήκος τῆς ὁδοῦ ὑπήρχον βωμοί και θυσιαστήρια πρό τῶν οποίων ἀναμφιβόλως οἱ μύσται θα εστάθμευον δια να προσφέρουν θυσίας. Μετά τον Ιεροφάντην, ήποντο οἱ Ἱερεῖς, οι νεοι μύσται και τέλος πλῆθος καταπληκτικόν παλαιών μεμυημένων και κόσμου πάσης κοινωνικής τάξεως και ηλικίας οἱ ὁποῖοἱ ἔρχοντα διά να παραστώσιν εἰς τὸ μεγαλοπρεπές ἐκεῖνο θέαμα, όλοι ἦσαν στεφανωμένοι με μύρτα και κάθε είδος μουσικῶν ὀργάνων ἐλάμβανε μέρος. Οἱ κάτοικοι της Ελευσίνος ήρχοντο πρός συνάντησιν τῆς πομπῆς μέχρι τῶν Ρειτῶν, τῶν δύο δηλ. ἀλμυρῶν λιμνῶν αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς ἀπόστασιν 12 χ/τρων ἀπὸ τῶν ̓Αθηνῶν. ‘Επί κεφαλῆς τῆς συνοδείας ἡγεῖτο τὸ ἄγαλμα τοῦ Διονύσου. Το άρμα περιελάμβανε λυκήθους πληρεις στάχεων. Καθ ̓ ὅλον τό μῆκος τῆς ἀπεράντου ταύτης θεωρίας ἐπαιάνιζον ἱεροί μουσικοί καί ἱερά άσματα προς τιμήν τοῦ Ιάκχου. Τὰ ἑκατέρωθεν τῆς στενωποῦ τοῦ Δαφνίου βουνά Αντήχουν ἐκ τοῦ μυστικοῦ ἄσματος καί τῆς ἐπιφωνήσεως “Ιακχε, Ω “Ιακχε!”. Εἰς τούς “Βατράχους” του ὁ ̓Αριστοφάνης, ὅστις περιγράφει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἷς μεμυημένος δύναται να κοινοποιήσῃ εἰς τόν πολύν κόσμον, παρουσιάζει τον χορόν τῶν μυστῶν λέγοντας

“Ιακχε, σὐ που κάθεσαι ἐδῶ σε πολυτίμητους θρόνους, “Ιακχε, ω “Ιακχε, ἐδῶ στο λειβάδι τοῦτο ἔλα, πρός τοὺς εὐσεβεῖς συντρόφους σου, να χορέψης γύρω στη κεφαλή του τινάζοντας στέφανο πολύκαρπο γεμᾶτον ἀπό μύρτα και με θαρραλέο πόδι δίνοντας το χρόνο, στον Αχαλίνωτο παιγνιδιάρικο τιμητικό χορό τόν ἁγνό, τόν πολύ χαριτωμένο, μέσα στοὺς εὐσεβεῖς συντρόφους σου”. (324).

*Η πομπή έφθανεν εἰς Ελευσίνα κατά το μεσονύκτιον, τα Ιερά, μετά τοῦ ἀγάλματος του Ιάκχου κατετίθεντο ἀναμφιβόλως ἀμέσως εἰς τό ἱερόν,

Τήν ἑπομένην ἔκτην ἡμέραν (20ήν ) οι μετασχόντες τῆς πομπῆς ἀνεπαύοντο και παρεσκευάζοντο διά την συμμετοχήν εἰς τάς ἑορτάς τῶν δύο ἑπομένων ἡμερῶν,

Κατά τάς δύο αὐτός ἡμέρας εβδόμην και ογδόην, 21 και 22αν βοηδρομιώνος) φαίνεται ὅτι ἐτελοῦντο τα κυρίως μυστήρια καί ἡ μύησις. “Ο κήρυξ ἐφώναζε τό:

“εκάς, ἐκάς ἐστέ βέβηλοι”

και οι βέβηλοι και οι μή κεκαθαρμένοι απεσύροντο καί εἰς τό Τελευτήριον εἰσήρχοντο οἱ μεμυημένοι καί οἱ πρός μύησιν δόκιμοι. Το τί ἐλάμβανε χώραν ἐν τῷ Τελεστηρίῳ παρέμεινε εσαεί μυστικόν καί μόνον ὑποθέσεις διετυπώθησαν ἐν προκειμένῳ.

*Η τελευταία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς (ἡ ‘ε νάτη, 23η) ἐκαλεῖτο Πλημοχόαι καί ἦτο ἀφιερωμένη εἰς τήν λατρείαν τῶν χθονίων δαιμόνων καί τῶν νεκρῶν. Κατ’ αυτήν δύο πήλινα ἀγεῖα (πλημοχόαι, ἤ κοτυλίσκοι) πλήρη ὕδατος πιθανῶς, ἐτοποθετοῦντο ἓν πρός Ανατολάς καί ἕν προς δυσμάς καί ἀνετρέπον το, τῆς ἀνατροπῆς ταύτης αποτελούσης τό σύνθημα ὅτι ἔλη- ξεν ἡ ἑορτή.

1

Κατά τήν αὐτήν – καί ἴσως καί τήν ἑπομένην. – ἡμέραν οι μύσται και λοιποί προσκυνηταί ἐπέστρεφον ἐν σώματι διά τῆς ̔Ιερᾶς Οδοῦ εἰς ̓Αθήνας, κατά τήν ἐπιστοφήν. δ ̓ ἐγίνοντο δεκτοί παρά τήν γέφυραν τοῦ Κηφισσοῦ ὑπό τῶν ̓Αθηναί ων δι ̓ ἀστεϊσμών (τῶν λεγομένων “γεφυρισμῶν”) τούς ὁποίους και ανταπέδιδον

Τα τελούμενα. Αναμφιβόλως το σπουδαιότερον και σοβαρώτερον μέρος τῆς ἑορτῆς τῶν ̓Ελευσινίων ἦτο ἡ ἱεροπραξία ἡ ὁποία ἐτελεῖτο κατά τήν 7ην και 8ην ημέραν ὡς εἴδομεν ἐν τῷ ἱερῷ τῆς Δήμητρος καί Κόρης, ἐνώπιον μόνον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰσαχθῇ διά να μυηθῶσι.

Εἰς τί συνίστατο ἡ κυρίως μύησις καί τί ἀκριβῶς ἐλάμβανε χώραν ἐντός τοῦ ἀδύτου τῆς ̓Ελευσίνος, δέν εἶναι μετά βεβαιότητος γνωστόν. Καί τοῦτο διότι ἐκ τῶν μεμυημένων οὐδείς ἠθέλησε (ἐκ σεβασμοῦ) ἢ ἐτόλμησε (ἕνεκα τοῦ φόβου τῆς αὐστηρᾶς τιμωρίας) να κοινοποιήσῃ τὰ ἀπόρρητα, Μέχρις ἡμῶν διεσώθησαν ἐλάχισται εἰδήσεις πιθανῶς ἐξ ἀκριτομυθειῶν μεμυημένων τίνων. “Οσα ἐπίσης εἶναι γνωστά ἐκ τῆς δίκης καί καταδίκης τοῦ ̓Αλκιβιάδου, κατηγορηθέντος διότι ἐπρόδωσε τα μυστήρια εἰς τούς ἀμυήτους, καί ὅσα χαριτολογῶν ὁ ̓Αριστοφάνης εἰς τούς βατράχους του λέγει περί μυστηρίων καί μυστῶν, καθώς καί ἐκφράσεις ἄλλων τινῶν συγγραφέων και ιδίως ρητόρων και φιλοσόφων, προ πάντων δέ χριστιανῶν ἀπολογητῶν τῶν πρώτων μ.Χ. αιώνων, απουτελοῦσι το σύνολον τῶν πληροφοριών τάς ὁποίας διαθέτομεν περί τῶν ἀπορρήτων τῶν ̓Ελευσινίων μυστηρίων.

‘Αλλά και αἱ πληροφορίαι αὗται δεν δύναται να θεωρηθῶσιν ὡς ἀσφαλεῖς, διότι ἐκ τῶν χριστιανῶν συγγραφέων πολλοί εἴτε ἐκουσίως, εἴτε ἀκουσίως ἔφθασαν μέχρις ὑπερβολῶν ἐν τῇ καταφορᾷ των κατά παντός μή χριστιανικού, χαρακτηρίσαντες τα ‘Ελευσίνια ὡς τι ἀνήθικον και σατανικόν. Μία έν προκειμένῳ πολύτιμος τοιαύτη πηγή, εἶναι, ὡς εἴπομεν, σχετικόν διεξοδικόν, πλήν πολεμικόν ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ “Προτρεπτικού” τοῦ Κλήμεντος τοῦ ̓Αλεξανδρέως (+220) τό ὁποῖον θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νά ἀναγράψωμεν ἐν μεταφράσεις

11

Η περί Ελευσινίων γνώμη τοῦ Κλήμεντος κ.ἄ. πατέρων “. Καί τώρα είναι καιρός νά ἐλέγξω τά ὄργιά σας τά ἔμπλεα ἀπάτης και τερατωδῶν πράξεων. Καί ἄν εἶσθε μεμυημένοι πρώτοι θά ἀναγνωρίσητε τό γελοῖον τῶν μύθων σας εἰς τούς οποίους ἀποδίδετε τόσας τιμάς. Διατί πράγματι να διστάσω να ἀποκαλύψω ἀναφανδόν ἐκεῖνα πού σεῖς κρύπτετε, διατί νά ἐρυθριάσω ἐκθέτων ἐκεῖνα διά τά ὁποῖα σεῖς δέν αἰσχύνεσθε; “Ας αρχίσωμεν ἀπό τήν ̓Αφροδίτην, τήν θεάν που γεννήθη ἀπό τόν ἀφρόν τῆς θαλάσσης, ἤ ἐάν θέλετε την θυγατέρα τῆς Κύπρου, την φίλην του Κινύρα, περί τῆς ὁποίας ὁ ποιητής λέγει ὅτι ἀγαπᾷ ἐκεῖνο ἐξ οὗ παρήχθη, ὑποδηλῶν τά ἀποκεκομμένα ὄργανα τοῦ οὐρανοῦ καί εἰς τήν λάγνον ἐκείνην δύναμιν ἡ ὁποία καί μετά τήν ἀποκοπήν έβίασε τα κύματα. Ας ὁμιλήσωμεν περί τῆς ̓Αφροδίτης, ἀξίου καρποῦ τοῦ ἀκαθάρτου ἐκείνου σπέρματος. Εἰς τα μυστήρια τῆς θαλασσίας ταύτης ηδονῆς, εἷς κόκκος άλατος καί εἷς φαλλός διδάσκει τήν μοιχευτικήν τέχνην. οἱ πιστοί της προσφέρουν νόμισμα, όπως διδουν οἱ ἐρασταί εἰς μίαν ἑταίραν.

” θὰ ὁμιλήσω ἐν συνεχείᾳ περί τῶν μυστηρίων τῆς Δηούς Η Δήμητρος, περί τῶν ἐρωτικῶν ἐναγκαλισμῶν τοῦ Διός πρός τήν μητέρα Δήμητραν, καί περί τῆς ὀργῆς τῆς μητρός ἤ συζύγου, τί νά εἴπω; θά ὑπενθυμίσω ότι λόγῳ τῆς ἰδίας ὀργῆς προσηγορεύθη αὕτη θριμώ, χωρίς να λησμονήσω τάς ἱκεσίας του Διός, τήν πόσιν χολῆς διά τῆς ὁποίας οὗτος κατηύνασε την ὀργήν τῆς Δηούς, οὔτε τήν ἐξόρυξιν τῆς καρδίας του Διονύσου, οὔτε τὰ ἄρρητα ταῦτα ἐγκλήματα. Ανευρίσκομεν πανττα ταῦτα εἰς τά μυστήρια τά ὁποῖα οι Φρύγες τελοῦσι πρός τιμήν τοῦ ̓Αττιδος, τῆς Κυβέλης καί τῶν Κορυβάντων… Δια να μή παραλείψω τίποτε ἐξ αὐτῶν, θά ἀναφέρω τα σύμβολα τῆς μυήσεως των, βέβαιος ὤν ὅτι θά ἐπισύρω τον γέλωτά σας. ” ἐκ τυμπάνου ἔφαγον, ἐκ κυμβάλου ἔπιον, ἔκερνοφόρησα (ἔφερον τό κέρνον), εἰσέδυσα εἰς τόν θάλαμον (παστόν ὑπέδυν).” Δέν εἶναι τα σύμβολα ταῦτα ὕβρις, δέν εἶναι γελοιότης τα μυστήρια;

‘ Αλλά δέν ἐτελείωσα τήν ἀφήγησίν μου. Η Δηώ καθίσταται μήτηρ, ἡ Κόρη μεγαλώνει καί ἰδοῦ ὅτι ὁ Ζεύς ἑνουται μετά τῆς Περσεφόνης, μετά τῆς ἰδίας του θυγατρός, – πως έπραξε μέ τήν ἰδίαν τήν μητέρα της Δηώ. Καί ὡς να ειχε λησμονήσει τήν πρώτην αιμομιξίαν, ὁ Ζεύς συνευρίσκεται μέ τήν Κόρην, πού εἶχε γεννήσει : πρός τοῦτο μεταμορφώνεται εἰς δράκοντα καί ἐναγκαλίζεται την θυγατέρα του ἐντός τῶν πλοκάμων του, ὡς ἀληθής ὄφις που είναι (δηλ. με την χριστιανικήν ἔννοιαν τοῦ δαίμονος). Ο Θεός που διασχίζει τόν κόλπον τῶν τελουμένων (διοικούμενος) είναι ὅρος χρησιμοποιούμενος εἰς τά μυστήρια του Σαβαζίου. ‘Εν τῷ μεταξύ ἡ Περσεφόνη φέρει εἰς τόν κόσμον ταυρόμορφον παῖδα· εἰς τήν γέννησιν ταύτην ἀναφέρεται εἷς εἰδωλολάτρης ποιητής λέγων: “Ο ταῦρος εἶναι υἱός τοῦ δράκοντος καί ὁ δράκων εἶναι πατήρ τοῦ ταύρου, εἶναι το μυστηριώδες κέντρον τοῦ βουκόλου ἐπί τοῦ ὄρους” αποκαλῶν ἀναμφιβόλως κέντρον τοῦ βουκόλου τόν θύρσον (νάρθηκα) τόν ποῖον αἱ Βάκχαι δοκοῦσι εἰς τάς χείρας.

” θά σᾶς διηγηθώ τώρα πῶς ἡ Περσεφόνη ( Φερέφαττα) συνέλεγεν ἄνθη και διά τον κάλαθον ὁ ὁποῖος τῆς διέφυγε τῶν χειρῶν ὅταν ἀνηρπάγη ὑπό τοῦ ̓ΑἸδωνέως καί περί τοῦ χάσματος τῆς γῆς τὸ ὁποῖον ἀνοίχθη και κατέπιε τήν Κόρην, ὡς καί περί τῶν χοίρων τοῦ Εὐβουλέως τῶν συγκαταποθέντων μετά τῆς θεᾶς καί διά τόν ὁποῖον λόγον εἰς τα Θεσμοφόρια ἀνοίγουν ὁπάς εἰς τήν γῆν καί ρίπτουν εἰς αὐτάς μικρά χοιρίδια. Τόν μῦθον τοῦτον ποικιλοτρόπως ἑορτάζουσιν αἱ γυναίκες εἰς τὰ Θεσμοφόρια, τα Σκυροφόρια, τα ‘Αρρητοφόρια, πολυτρόπως διεκτραγωδούνται τήν ἁρπαγήν τῆς Περσεφόνης.

” τά δέ μυστήρια του Διονύσου εἶναι πλέον ἀπάνθρωπα. Οταν οὗτος ἦτο ἀκόμη παιδί, οι Κουρήται ἐχόρευον πέριξ αυτ τοῦ ἔνοπλον χορόν οἱ Τιτάνες ὑπεισελθόντες διά δόλου προσήγγισαν το παιδίον καί ἐξαπατήσαντες αὐτό διά παιδαριωδῶν Αθυρμάτων τό διεμέλισαν. Τοῦτο διηγεῖται ὁ ποιητής τῆς τελετῆς ̓Ορφεύς ὁ Θράξ:

Κῶνος και ρόμβος και παίγνια καμπεσίγυια

Μήλα τε χρύσεα καλά παρ’ Εσπερίδων λιγυφώνων”. Δια να καταδείξωμεν τήν ἀχρειότητα τῶν συμβόλων, δέν εἶναι ἀνάξιον να παραθέσωμεν τά ὀνόματα αὐτῶν: Αστράγαλος, σφαίρα, σβούρα (στρόβιλος) μῆλα, ρόμβος, ἔσοπτρον, μάλινη κούκλα (πόκος). Εν τῷ μεταξύ ἡ ̓Αθηνᾶ ἀποσπᾷ τήν καρδίαν τοῦ Διονύσου ἀκόμη πάλλουσαν (διά τοῦτο καί προσηγορεύθη Παλλάς ̓Αθηνᾶ), ἐνῷ οἱ Τιτάνες, οἱ ὁποῖοι εἶχον κατατεμαχίσει αυτον λαμβάνουν λέβητα τοποθετημένον ἐπί τρίποδος και ψήνουν τα μέλη αὐτοῦ… ‘Ο Ζεύς τιμωρεῖ τούς Τιτάνας διά τοῦ κεραυνοῦ καί συγκεντρώσας τα μέλη του Διονύσου, ἐπιφορτίζει τον Απόλλωνα, τόν υιόν του να τα θάψῃ. Οὗτος ὑπακούων, , μεταφέρει εἰς τόν Παρνασόν τόν διαμελισθέντα θεόν.

“Εάν θέλετε να ανατρέξητε εἰς τήν καταγωγήν του μύθου πρέπει νά ἔχετε παραστῇ ὡς ἐπόπται εἰς τά μυστήρια των Κορυβάντων. Οι Κορύβαντες ἦσαν τρεῖς ἀδελφοί, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν Εφονεύθη ὑπό τῶν δύο ἄλλων οὗτοι ἀφοῦ περιετύλιξαν κεφαλήν τοῦ νεκροῦ ἐντός πορφυροῦ ὑφάσματος, τήν μετέφερον ἐπί χαλκίνης ἀσπίδος διά νά τήν θάψουν εἰς τὰς ὑπωρείας του *Ολύμπου.

” Αὐτά ἐν ὀλίγοις εἶναι τά μυστήρια: φόνοι καί ἐνταφιασμοί, οἱ ἱερεῖς πού τελοῦν τά όργια ταῦτα, θέλοντες να περιβάλουν διά μυστηρίου την συμφοράν, απαγορεύουν τήν βρῶσιν ριζῶν σελίνου, διότι πιστεύουν ὅτι τό φυτόν τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ χυθέντος αἵματος τοῦ δολοφονηθέντος Κορύβαντος. Δι’ ἀνάλογον αἰτίαν, αἱ γυναῖκες ποὺ ἑορτάζουν τα Θεσμοφόρια, αποφεύγουν να φάγουν κόκκους ροιᾶς, διότι ὡς πιστεύουν ὁ καρπός αυτός προῆλθεν ἀπό τάς σταγόνας αἵματος του Διονύσου ποὺ ἐχύθησαν εἰς τὸ ἔδαφος.

Αποκαλέσατε τους Κορύβαντας Καβείρους και θά ἔχειτε πρό ὑμῶν τὸ καθειρικόν μυστήριον. Καί οἱ Κάβειροι εφόνευσαν τόν ἀδελφόν των, ἀλλά τήν φοράν αυτήν, δεν ειναι ἡ κεφαλή ἀλλά ὁ φαλλός τοῦ Διονύσου τόν ὁποῖον συλλέγουν ἐντός μιᾶς κίστεως, καί ὡς ἔμποροι πολυτίμου φορτίου τον μεταφέρουν εἰς Τυρρηνίαν καί ἐκεῖ ἀνοίγουν μίαν σχολήν σεβαστήν και θρησκευτικήν διδάξαντες τούς Τυρρηνούς να λατρεύουν ένα φαλλόν ἐντός κίστεως. Ουχί λοιπόν ἄνευ λόγου ἠθέλησαν τινες να αποκαλέσωσιν “Αττιν τόν Διόνυσον, ὡς ἐστερημένον αιδοίων…

“Περιπλανωμένη λοιπόν ἡ Δηώ εἰς ἀναζήτησιν τῆς θυγατρός της, φθάνει εἰς ̓Ελευσίνα καί διά νά ἀναλάβη ἐκ του κόπου της κάθησαι πλησίον ἑνός φρέατος, φέρουσα σημεῖα τῆς θλίψεώς της. “Ενεκα τούτου ἀπαγορεύεται τους μυουμένους να κάθηνται εἰς τό φρέαρ διά νά μή φανή ὅτι οἱ τετελεσμένοι (μύσται) μιμοῦνται τήν ὀδυρομένην. Την ἐποχήν ἐκείνην ἡ ̓Ελευσίς εἶχεν αὐτόχθονας κατοίκους τα ὀνόματα αὐτῶν ἦσαν Βαυβώ, Δυσαύλης, Τριπτόλεμος, Εὔμολπος καί Εὐβουλεύς . ̔Ο Τριπτόλεμος ἦτο βουκόλος, ὁ Εὐμολπος ποιμήν καί ὁ Εὐβουλεύς χοιροβοσκός. ‘Εξ αὐτῶν ἐξεπήγασε το γένος τῶν Εὐμολπιδῶν καί τῶν κηρύκων καί τῶν ἱεροφαντῶν, τό ὁποῖον οἱ ‘Αθηναίοι τόσον τιμοῦν… ̓Εν τῷ μεταξύ ή Βαυβώ προσκαλεῖ εἰς τήν οἰκίαν της την Δηώ και τῆς προσφέρει να πίη το ποτόν κυκεώνα. ̓Αλλ ̓ ἡ θεά, κατεχομένη ἀπό τό ἄλγος ἀρνεῖται νά πίη. Τότε ἡ Βαυβώ, στενοχωρηθεῖσα ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῆς Δηοῦς, ἀνεγείρει τά ἐνδύματά της και παρουσιάζεται εἰς τήν Δηώ ὁλόγυμνος. Τότε ἡ θεά καταλαμβάνεται ἀπό ἐπιθυμίαν να γελάση και αποφασίζει να πίῃ τόν κυκεώνα.

* Αυτά λοιπόν εἶναι τα κρύφια μυστήρια τῶν ̓Αθηναί ων τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ ̓Ορφεύς ἀναγράφει (αναφέρεται τό σχετικόν ἀπόσπασμα του Ορφέως). Καί αὐτό εἶναι τό σύνθημα διαβάσεως τῶν ̓Ελευσινίων: “Ενήστευσα, ἔπιον τον κυκεῶνα, ἔλαβον ἐκ κίστης, ἐργασάμενος ἀπεθέμην εἰς καλαθον καί ἐκ καλάθου εἰς κίστην. καλά γε τα θεάματα και Θεά πρέποντα”. Μύησις αξία τῆς νυκτός. ‘Αξία του πυρός, αξία τῆς μεγάλης ψυχῆς ἢ μᾶλλον τῆς ματαίας παραφροσύνης τῶν ‘Ερεχθειδῶν καί διά τούς λοιπούς Ελληνας τούς ὁποίους αναμένει μετά θάνατον τύχη πολύ διάφορος ἀπό ἐκείνην, πού ἐλπίζουν.

Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος εἶχε προείπει ὅτι ὁ κόσμος θα γίνη παρανάλωμα του πυρός, ἀλλ ̓ εἰς ποίους αναφέρεται η προσητεία αὕτη; ̓Ασφαλῶς ἐπί τῶν νυκτιπόλων, τῶν μάγων, τῶν βάκχων, τῶν μαινάδων καί τῶν παντοίων μεμυημένων αὐτούς απειλεῖ μετά θάνατον τό πῦρ… Εἶναι ὅλα ἔργον ανίερον ανθρώπων ἐπιδιδομένων εἰς πράξεις τάς ὁποίας θεωροῦν ὡς εὐσεβεῖς.

” Και αἱ μυστικοί κίστεις δεν περιέχουν ἄλλο ἀπό γλυκίσματα ἐκ σησάμου και αλεύρου σίτου και πυραμίδες και λύπαι καί “πόπανα πολυόμφαλα” και χόνδροι άλατος και εἷς – οφις του Διονύσου τοῦ Βασσάρου. Προσθέσατε εἰς αὐτά τά ρόδα και τα περίαπτα υπό μορφήν καρδιῶν, τούς νάρθηκας καί τούς κισσούς, τα γλυκίσματα ἐκ τυροῦ, τούς μήκωνας ὡς καί τά ἀντίστοιχα ἄρρητα σύμβολα τῆς Θέμιδος (ἡ ὁποία προΐστατο τῶν Θεσμοφορίων) κλάδος ὀριγάνου, λύχνος, ξίφος και κτείς γυναικεῖος. “Ω τῆς ἐμφανοῦς ἀναισχυντίας

* ” “Αλλοτε ἡ μετριοφροσύνη συνεβούλευσεν εἰς τούς ἀναθρώπους να αναπετάσωσι τό ἐπικάλυμμα τῆς νυκτός ἐπί τῶν θεμάτων τῆς ἡδονῆς, σήμερον ἡ ἀκρασία αποκαλύπτεται εἰς τούς μεμυημένους μέσα στην Ιεράν νύκτα καί τό πῦρ τό ὁποῖον φέρει ὁ δαδουχος καταγγέλει τάς ἀδυναμίας σας. Σβῦσε τήν φλόγα ταύτην, ὦ Ιεροφάντη, δαδουχε κοκκίνισε διά τάς δαδας σου, δι’ αὐτῶν ἐλέγχεται ο “Ιακχος, ἄφησε την νύκτα να συγκαλύψη ἀπό τά βλέμματα τά όργια τό πῦρ δὲν ὑποκρίνεται ἀλλα παίζει τον ρόλον τοῦ ἀποκαλυπτοῦ δι ̓ ὅ,τι πρέπει να τιμωρῆται”.

Αυτά με μένος ἀπολογητοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ ὁ Κλήμης καταγγέλλει, ἀλλά καί συγχρόνως τοῦ διαφεύγουν ψιχία τελετῆς τῶν ̓Ελευσινίων, τὰ ὁποῖα εἶναι πολύτιμα διά την Εσωτερικήν ἔρευναν. Εν σοβαρόν ἐπίσης μέρος του δράματος τό ὁποῖον παρορᾷ ὁ Κλήμης, ἀναφέρεται ὅμως ὑπό τοῦ Ιππο λύτου, εἶναι ἡ περίφημος τελετή τῆς ̔Ιερογαμίας. Συνίστατο αὕτη εἰς τήν συμβολικήν αναπαράστασιν τῆς συνευρέσεως τοῦ Διός μετὰ τῆς Δήμητρος, ἐκ τῆς ἑνώσεως δέ ταύτης προεβάλλετο ἡ γέννησις τοῦ Διονύσου. Κατά τήν Ιεροτελεστίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία φαίνεται νά ἐλάμβανε χώραν κατά την τελευταίαν σκηνήν τοῦ δράματος, ἐλάμβανε μέρος καί ἡ ̓Αφροδίτη, ἡ ὁποία παρηκολούθει την συμβολικήν ἕνωσιν τοῦ ιεροφάντου (Διός) μετά τῆς ἱερείας (Δήμητρος) εἰς τόν “παστόν”. Πρός έξασφάλισιν τῆς συμβολικῆς ἀξίας τῆς πράξεως, διατείνονται ὅτι ἀμφότεροι οι συμμετέχοντες καθίσταντο προηγουμένως ανίκανοι διά πόσεως ποτοῦ μέ βάσιν τό κώνείον. Μετά το πέρας τῆς πράξεως τῆς ̔Ιερογαμίας, ὁ Ιεροφάντης (Ζεύ;) ἐξήρχετο ἐκ τοῦ μέρους εἰς ὅ εἶχε κατά μετά τῆς ἱερείας (Δήμητρος) καί ἐξήγγελε δι’υχωρᾶς φω νῆς:”Ιερόν ἔτεκε πότνια κοῦρον Βριμώ, Βριμόν” (Ιππολ Φιλοσοφ. V, 9) ὑπονοουμένης οὕτω τῆς ἐκ τοῦ Διός καί τῆς οὕτω Δήμητρος γεννήσεως τοῦ Διονύσου και καθισταμένου ούτω συγχρόνως γνωστοῦ τοῦ κρυπτοῦ ὀνόματος τῆς θεᾶς (Βριμώ ) καί τοῦ Διονύσου (Βριμός). Η ανωτέρω φράσις ἀποτελεῖ Εν τῶν “λεγομένων” τῆς μυήσεως.

Όσον διά τόν βαθμόν τῆς ̓Εποπτείας, ὅστις κατά τινας ἦτο ὁ τελευταῖος βαθμός τῆς μυήσεως καί ἐδίδετο εν Έτος μετά τα Μεγάλα Μυστήρια, ὁ ἴδιος Ιππόλυτος λέγει τό ἑξῆς σημαντικόν: “οἱ ̓Αθηναΐοι εἰς τά Μυστήρια τῆς Ελευσῖνος δεικνύουν εἰς τούς Επόπτας το μέγα, το θαυμάσιον, το τελειότερον ἀντικείμενον τῆς μυστικής θεωρίας (έποπτικόν) ένα στάχυν σίτου τεθερισμένον ἐν σιγῇ!”

Γνῶμαι προχριστιανών συγγραφέων περί Ελευσινίου μυήσεως. Η περίφημος φράσις τοῦ ̓Αριστοτέλους καθ’ ην οι μυούμενοι ὀφείλουν: “Οὐμαθεῖν τι ἀλλά παθεῖν καί διατεθείναι” μαρτυρεῖ ὅτι εἰς τούς μυουμένους δέν ἐγίνετο δογματική της διδασκαλία, οὐδέ έδίδετο κἄν ἑρμηνεία τῶν λεγομένων καί δρωμένων· ἕκαστος ἔμενεν ἐλεύθερος να δώση μόνος του ερμηνείαν ανάλογον πρός τάς εντυπώσεις τάς ὁποίας προεκάλουν εἰς αὐτόν ὅσα ἔβλεπεν, ἤκουε καί ἔπασχεν . Κατά τον ‘Αριστοτέλην δέν ἀντελαμβάνοντο πάντες οἱ μύσται την πραγματικήν σημασίαν τῶν ἱερῶν συμβόλων, λόγων και πράξεων τῆς μυήσεως, “Εκαστος ἡρμήνευε τα αλληγορικά θεάματα συμφώνως πρός τήν ἰδίαν του Ιδιοσυγκρασίαν, οὕτω δέ πάντες ἔμενον ηὐχαριστημένοι ἐξ αὐτῶν. Η τοιαύτη ικανοποίησις ἐπέφερεν εἰς αὐτούς ψυχικήν εἰρήνην και τους Ενεφάνιζεν εὐσεβεστέρους, δι’ ο και δικαίως ελέχθη ότι: “τά Μυστήρια δικαιοτέρους καί εὐσεβεστέρους καθίστησιν,

̓Ιδού πῶς ὁ Πλούταρχος περιγράφει τάς δοκιμασίας τῆς μυήσεως: “Τότε πάσχει (ή ψυχή) πάθος οἷον οι τελευταῖς μεγάλαις κατοργιαζόμενοι. Δι’ ο καί τό ρῆμα τῷ ρήματι καί τό ἔργον τῷ ἔργῳ τοῦ τελευτάν καί τελεῖςθαι προσέηκε… Πλάναι το πρῶτον καί περιδρομαί κοπιώδεις και διά του σκότους τινές ύποπτοι πορεῖαι καί ἀτέλευτοι· εἶτα πρό του τέλους αὐτοῦ, τα δεινά πάντα, φρίκη καί τρόμος και ιδρώς και θάμβος. ‘Εκ δέ τούτου φῶς τι θαυμάσιον και τόποι καθαροί και φωναί και χορείαι καί σεμνότητες ἀκουσμάτων ἱερῶν καί φαντασμάτων ἁγίων… ὁ παντελής ἤδη καί μεμυημένος ἐλεύθερος γεγονός καί αἱρετός, περιϊών ἐστεφανωμένος… συνέστι οσιοις και καθαροῖς ἀνδράσι…”

Ιδού ἀκόμη μία περικοπή του Πορφυρίου περιγράφουσα μέ τα λαμβανόμενα χώραν κατά τήν μύησιν: “Στεφανωμένοι με μύρτα εισερχόμεθα μετά τῶν ἄλλων μυστῶν εἰς τόν προθάλαμον τοῦ Ναοῦ, ἀλλ ̓ ὁ Ιεροφάντης ἔρχεται διά νά μᾶς ἀνοίξη τοὺς ὀφθαλμούς. Κατ’ αρχάς πλυνόμεθα μέ ὕδωρ… Αφού ώδηγήθημεν ἐνώπιον τοῦ ̔Ιεροφάντου, οὗτος μᾶς ἀναγιγνώσκει εἰς μίαν λιθίνην πλάκα πράγματα τὰ ὁποῖα δεν πρέπει ἐπί ποινῇ θανάτου να ανακοινώσωμεν εἰς κανένα. “Ας εἴπωμεν μόνον οσσα συμβιβάζονται μέ τόν τόπον καί τήν περίστασιν. ‘Ηθέλατε ίσως γελάσει, ἐάν τὰ ἠκούατε ἔξω τοῦ Ναοῦ ἐδῶ ὅμως δέν ἔχετε καμμίαν τοιαύτην διάθεσιν ἀκούοντες τους λόγους τοῦ πρεσβύτου και παρατηροῦντες τά ἀποκαλυπτόμενα σύμβολα κίτ (πρόκειται περί τῆς ἐπιδείξεως τοῦ περιεχομένου τῆς κιστεως). Και απέχετε πολύ ἀπό τοῦ γελάσητε, ὅταν ἡ Δήμητρα βεβαιώνει με την Ιδιαιτέραν της γλώσσαν και με τα σημεία της, ὅλα ὅσα εἴδομεν καί ἠκούσαμεν ἀπό τόν σεπτόν της Ιερέα. Τότε ἐν τέλει τό φῶς ἑνός γαληνίου θαύματος γεμίζει Ναόν. Βλέπομεν τα Αγνά πεδία τῶν Ηλυσίων ἀκούομεν τούς χορούς τῶν μακάρων. Τότε ὁ Ιεροφάντης, ὄχι μόνον δι’ ενός Εξωτερικού φαινομένου και διά φιλοσοφικῆς ἑρμηνείας, ἀλλ ̓ ὄντως και πραγματικῶς γίνεται ὁ δημιουργός καί ἀποκαλυπτής ὅλων τῶν πραγμάτων, ο “Ηλιος δέν εἶναι ἄλλο τι ἤ ο

δαδοῦχος του, ἡ Σελήνη ὁ λειτουργός του παρά τον βωμόν (ο ἐπιβώμιος) και ο Εμῆς ὁ μυστικός του κήρυξ (ο Ιεροκήρυξ), ‘Αλλ’ ή τελευταία λέξις ἐξεφωνήθη: Κόγξ ομ πάξ. Η τελετή ἐτελείωσε καί εἴμεθα πλέον ἐπόπται διά παντός”.

*Η φράσις Κόγξ ὅμ πάξ, μέ τήν ὁποίαν ἔληγεν ή τελετή προεκάλεσε πολλάς συζητήσεις, θεωρηθεῖσα καί ὡς σανσκριτικής καταγωγής. Εἰς τήν ἑλληνικήν, κατά μίαν έκδοσ χήν, σημαίνει : Τετέλεσται, ἀπέλθετε,

*Η όλη μυστηριακή τελετή εἶναι δυνατόν, ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν μαρτυριών, να διαιρεθῆ εἰς τρία στάδια. Πρῶτον ἦταν τα δρώμενα, αἱ περιφοραί εἰς τό “καταβάσιον” αἱ δοκιμασίαι καί ἡ ἀναπαράστασις τοῦ δράματος τῆς Δήμητρος καί Κόρης. Δεύτερον στάδιον ἦσαν τα “δεικνύμενα” καθ α ο Ιεροφάντης ἐπεδείκνυε τά ἱερά σκεύη καί σύμβολα. Τρίτον τέλος στάδιον ἦσαν τα “λεγόμενα” τά ἀπόρρητα δηλ. τα ὁποῖα ἀπεκαλύπτοντο εἰς τούς ἐπόπτας. Περί αὐτῶν, ἀποτε λούντων τήν ἀληθῆ μυστικήν γνῶσιν, ἐλάχιστα ἐγράφησαν διότι δι’ αὐτά κυρίως εδίδετο ὁ περί ἐχεμυθείας και σιγῆς φοβερός όρκος. ‘Εξ ἀποσπασμάτων τοῦ ̓Ορφέως καί ἐκε φράσεών τινων τοῦ σοφιστοῦ ̓Αριστείδου, φαίνεται ὅτι ἐψάλοντο ὕμνοι μυσταγωγικοί.

Ενόμιζον, γράφει ὁ ̓Αριστείδης, ὅτι ἤγγιζα τον Θεόν, ὅτι ἠσθανόμουν την προσέγγισίν του, εὑρισκόμενος μεταξύ ἐγρηγόρσεως καί ὕπνου καί ὅτι τό πνεῦμα μου ἦτο ἐντελῶς ἐλαφρόν, οὐδείς θνητός θα ηδύνατο να το περ γράψη καί τό κατανοήση Εάν δέν εἶναι μύστης. Η νέα αυτη Ζωή δέν ὑποκεῖται εἰς τούς νόμους τῆς κατωτέρας ζωζῆς. Η γέννησις καί ὁ θάνατος δέν τήν ἐπηρεάζουν πλέον Δύναται τις επί μακρόν νά ὁμιλῇ διά τό αἰώνιον, ἀλλ’ ὁ ὁμιλῶν περί Αὐτοῦ, χωρίς προηγουμένως να κατέλθη εἰς τόν Αδην, δεν γνωρίζει τι λέγει.” Μεταξύ τῶν “λεγομένων” πρέπει να καταλέξωμεν και το περίφημον “υε – κύε”. Ο Πρόκλος, σχολιάζων τον Τίμαιον (292 C, Τ.111 σ.176 Di- ehl ) ὑπομιμνήσκει τὴν ἀρχαίαν ταύτην παράδοσιν και την συσχετίζει με μίαν φάσιν τῶν τελετῶν τῶν ̓Ελευσινίων : “Ο δή και οι θεσμοί τῶν ‘Αθηναίων εἰδότες προσέταττον οὐρανῷ καὶ γῆ προτελεῖν τούς γάμους, εἰς δέ τούτους βλέποντες καὶ ἐν τοῖς ἐλευσινίοις ἱερεῖς εἰς μέν τόν οὐρα νῦν ἀναβλέποντες ἐβίων “ε” (δηλ. βρέξε, γονιμοποίησε) και ταβλέψαντες δέ εἰς τήν γῆν το “κύε” (δηλ. κυαφέ, ησον, γένε νησε) διά τούτων ὡς πατρός και μητρός τήν γένεσιν εἶναι πάνω των γιγνώσκοντες”.

– οἱ βαθμοί τῶν ̓Ελευσινίων. Η μύησις εἰς τὰ ἐλευτίνια με στήρια ἐγίνετο κατά διάφορα στάδια, επιτρέποντα τήν βαθμι αἷαν ἀποκάλυψιν τῶν ἱερῶν θεσμῶν. Εἶναι φυσικόν ὅλοι οἱ μεμυημένοι να μή ἔφθαναν εἰς τό τελευταῖον στάδιον τῆς όλοκληρωτικῆς μυήσεως, διότι αὕτη ἀπήτει, ἐκτός τῶν ἠθικών προτερημάτων και χαρακτηριστικά σημεία περί τῆς κατάλληλότητος. Τοιουτοτρόπως πρέπει νά ὑπῆρχαν κατώτεραι καί ἀ νώτεραι διδασκαλίαι τῶν ἱεροφαντῶν, ἔχουσαι φιλοσοφικόν χαρακτῆρα, τῶν ὁποίων τήν σημασίαν, τήν ἔννοιαν καί τήν ἑρμηνείαν μόνον αὐτοὶ ἐγνώριζον. ‘Απετέλουν δέ ταῦτα εἶδος τι συμβολικῆς διδασκαλίας ἡ ὁποία ἴσχυεν ολοκληρωτικώς μέσ χρι τῶν τελευταίων ἐτῶν τῆς παρακμῆς, μέχρι δηλ. τῆς ἐπο χῆς τοῦ Πλουτάρχου.

Περί τῶν βαθμῶν τῶν ̓Ελευσινίων πολλή διχογνωμία Επίσης ἐπικρατεῖ μεταξύ τῶν συγγραφέων, παλαιῶν καί νεωτέρων. Η σαφεστέρα διατύπωσις δίδεται ὑπό τοῦ Θέωνος τοῦ Σμυρναίου τοῦ Πλατωνικοῦ, εἰς ἕν ἀπόσπασμα τοῦ ἔργου του: “Τῶν κατα το μαθηματικόν χρησίμων εἰς τήν Πλάτωνος ανάγνωσιν που αναγνωρίζει πέντε ἐν ὅλῳ βαθμούς. θά μᾶς ἐπιτροπῆ να παραθέσωμεν το απόσπασμα τοῦτο ἐν μεταφράσει (Α. Χαλά):

” θα ηδύνατό τις νά ὁρίσῃ τήν Φιλοσοφίαν ὡς μύησιν αληθοῦς τελετῆς καί ὡς παράδοσιν τῶν ὄντων ὡς ἀληθῶς μυστηρίων, Πέντε δέ εἶναι τά μέρη (οι βαθμοί) τῆς μυήσεως (τῶν *Ελευσινίων). Το μέρος τό ὁποῖον προηγεῖται εἶναι ὁ καθαρμός. Διότι ἡ μετουσία τῶν μυστηρίων (ή κοινωνία και συμπε τοχή εἰς αὐτά, δέν ἐπιτρέπεται εἰς πάντας τοὺς ἐκφράζοντας τήν ἐπιθυμίαν τῆς εἰς αὐτά συμμετοχής. ‘Αλλ’ ὑπάρχουν ἐκεῖ νοι, τούς ὁποίους αποκλείουν οι θεσμοί τῶν μυστηρίων, όπως συμβαίνει με τούς μή ἔχοντας τάς χεῖρας καθαράς, ἐξ αἰτίας φόνου ἤ ἄλλως καί μέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀσύνετον φωνήν. Αλλά καί αὐτοί ἀκόμη οἱ μή ἀπποκλειόμενοι διά τούς λόγους τούτους, εἶναι ἀνάγκη όπως, προ παντός ἄλλου, τίχωσι τοῦ ἀναγκαιούντος καθαρμού.

«Μετά την καθαρσιν, δεύτερος βαθμός είναι ἡ “παράδοσις τῆς τελετής”.

“Τρίτος βαθμός ἡ ὀνομαζομένη “Εποπτεία”. Ο τέταρτος βαθμός, όστις καί ἀποτελεῖ τήν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἐποτείας εἶναι ἡ ἀνάθεσις καί ἐπίθεσις τῶν στεμμάτων, ωστε να δύναταί τις να παραδίδη καί εἰς ἄλλους τάς τελετάς, τάς ὁποίας παρέλαβε, τυγχάνων τοῦ ἀξιώματος τῆς δαδουχίας, ἤ τῆς ἱεροφαντίας ἢ ἄλλης τινος ἱερωσύνης. Πέμπτη δέ βαθμίς εἶναι ἡ εὐδαιμονία ή περιγιγνομένη ἐκ τῆς Θεοφιλίας καί ἐκ τῆς συνδιαιτήσεως μετά τῶν θεῶν.

” Κατά την αυτήν λοιπόν σειράν καί ἱεραρχίαν καί ἡ τῶν πλατωνικῶν λόγων παράδοσις, τό μέν πρῶτον ἔχει καιθαρμόν τινα ὡς π.χ. ἡ ἐκ παιδικής ηλικίας συγγυμνασις εἰς τα κατάλληλα μαθηματικά… Ο δε Πλάτων λέγει ὅτι εἶναι ἀνάγκη να πραγματοποιήση τις τήν κάθαρσιν ἀπό πέντε μαθημάτων· ταῦτα δ’ εἶναι ἡ Γεωμετρία, ἡ ̓Αριθμητική, ή Στερεομετρία, ἡ Μουσική (ἡ ἐπιστήμη τῶν ἐν τοῖς ἀριθμοῖς ἁρμονιῶν) καί ἡ ̓Αστρονομία. Πρός τόν δεύτερον βαθμόν ἀντιστοιχεῖ ἡ παράδοσις τῶν φιλοσοφικῶν θεωρημάτων, τῆς λογικῆς, τῆς πολιτικῆς καί τῆς φυσικῆς. Εποπτείαν δ’ ὁ Πλάτων ονομάζει τήν περί τα νοητά και τ’ ὄντως ὄντα και τήν τῶν ἰδεῶν πραγματείαν. ̓Ανάσεσιν δέ καί καταστεψιν Δέον να θεωρήσωμεν το να καταστῇ τις ικανός καί ἄλλους να κάμη θεωρούς τῶν πραγμάτων τά ὁποῖα οὗτος κατέμαθε και κατενόησεν. Πέμπτη δέ βαθμίς, ἡ καί ἀνωτάτη, ἡ εκ τούτων περιγιγνομένη ευδαιμονία και η “κατά το δυνατόν ὁμοίωσις πρός τόν Θεόν” κατ’ αυτήν ταύτην τήν πλατωνικήν ἔκφρασιν,

Αὐτή εἶναι ἡ περίφημος περικοπή του Θέωνος, πλήρης ὑπαινιγμῶν καί ὑπολανθάνουσῶν μυστικῶν ἀποκαλύψεων, διότι ἑκάστη λέξις ὡς Κάθαρσις, τελετή, εποπτεία, δαδουχία, το “μετά τῶν θεῶν συνδίαιτον ἀπορρήτων περιέχει ὁλόκληρον κόσμον

Έχουν περισωθή και δύο ἄλλαι περικοπαί, ἄξιαι ἐπισταμένης μελέτης. Η μία ἐξ αὐτῶν εἶναι τὸ ἀκόλουθον ἐν μεταφράσει κείμενον τοῦ ‘Ολυμπιοδώρου τοῦ πλατωνικού:

” κατά της Ιεράς τελετάς προηγοῦντο μὲν αἱ πάνδημαι (κατηχουμένων και πιστῶν, βεβήλων και συνετών) καθάρσεις, ηκολούθουν δὲ αἱ πλέον ἀπόρρητοι καθάρσεις (εἰς τὰς ὁποίας δηλαδή δεν συμμετεῖχον οι πολλοί) μετά ταύτας ἤρχοντο αι λεγόμενοι “συστάσεις” καί ἐπί ταύταις αι μυήσεις, ἐν τέλει δὲ αἱ ἐποπτείαι”.

Εἰς τήν πολύτιμον ταύτην περικοπήν του Ολυμπιοδώρου εἰς τήν συνέχειαν τῆς ὁποίας γίνεται ἡ συσχέτισις εκάστου βαθμού πρός τάς ἀντιστοίχους ἀρετάς τῆς πλατωνικής φιλοσοφίας – ἀποκαλύπτεται ἡ ἱεραρχία τρόπον τινα τῶν Βαθμῶν καί μυήσεων τῶν ἐλευσινίων μυστηρίων: α) της πάνδημος κάθαρσις, β) αἱ ἀπορρητότεραι καθάρσεις, γ) αἱ συστάσεις, δ) αἱ μυήσεις και ε) αἱ ἐποπτεῖαι,

Το τρίτον τέλος κείμενον εὑρίσκεται εἰς τό ἔργον Δίων” τοῦ ἐπισκόπου Πτολεμαϊδος Συνεσίου. Ως γνωστόν, ὁ Συνέσιος ἀσπασθείς τον Χριστιανισμόν, εἰς τα συγγράμματά του ἐξακολουθεῖ διασώζων τήν ἀρχ. Ελλ. Παράδοσιν, ἀποτελοῦσι δε ταῦτα ἀνεξάντλητον θησαυρόν παραλληλισμού, συσχετίσεως, συνκρίσεως, παραβολῆς κατά τήν σωκρατικήν μέθοδον καί τήν τῆς ἐκλεκτικῆς θεοσοφικῆς Σχολῆς τῆς ̓Αλεξανδρείας. Γράφει λοιπόν ὁ Συνέσιος : ” καί οἱ διά τήν ̓Αλήθειαν υποψήφιοι ἂς προπαρασκευάζωνται ὅπως ἀνεχθῶσιν, ὅπως ἀντιμετωπίσωσιν ὁλόκληρον ἐκείνην τήν πρόοδον τῆς ὁποίας το μήκος εἶναι μέγιστον, παιδευόμενοι και προπαιδευόμενοι. Διότι είναι ανάγκη πρῶτον μέν ν’ αποδυθῇ τις τήν ἀγροικίαν και να εποπτεύση τα μικρά προ των μεγαλειτέρων καί νά γίνη τις μέλος τοῦ χορού, προτού να δαδουχήση και να δαδουχήσῃ τις προτοῦ να ιεροφαντίση, ‘Ανάγκη δηλ. νά ἀντιμετωπίση κόπους ἐπί κόπων, οὐδέ τα μεγάλα κατορθοῦνται ἄνευ τῆς καταβολῆς τῶν σχετικῶν ἀγώνων καί μόχθων. Τα πάντα ὁριμάζουν, ποτιζόμενα διά τοῦ ἱδρῶτος! “

Σαφώς καταφαίνεται ἐκ τῆς περικοπῆς ταύτης ὅτι ὁ Συνέσιος ἦτο μεμυημένος εἰς τα Μυστήρια, τῶν ὁποίων και τεχνηέντως παραδίδει τους βαθμούς ἢ τήν ἱεραρχίαν : α) Από δυσις τῆς ἀγροικίας, β) Μύησις εἰς τά λεγόμενα μικρά μυ στήρια, γ) Μύησις εἰς τά μείζονα μυστήρια, ο) Μέλος τοῦ χορού, ε) Δαδουχία, στ) ̔Ιεροφαντεία. (Τα ανωτέρω αποστάσματα ἐλήφθησαν ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ‘Α Χαλᾶ : οἱ βαθμοί των *Ελευσινίων Ευστηρίων, δημοσιευθείσης εἰς τήν “Σφίγγα 1937 59).

Εἰς τὸ περισπούδαστον ἔργον του ἐπὶ τῶν ̓Ελευσινίων πραγματεύεται ἐν ἐκτάσει το Μυστηρίων, δ Viotor Magnien πραγματεύεται εν εκτάση το ζήτημα τῆς ἱεραρχίας τῶν βαθμῶν τῶν ̓Ελευσινίων, βασιζόμενος ἐπὶ ἀποσπασμάτων ἀρχ. συγγραφέων και παρέχων πληροφορίας περὶ τῶν καθ ̓ ἕκαστον βαθμόν παραδιδομένων.’0 Magnien αναβιβάζει τού βαθμούς εἰς ἑπτά και δίδει τά ἑξῆς ὀνόματα:

α) Μικρά μυστήρια (σελ. 176)

β) Μεγάλο μυστήρια (σελ. 198)

γ) Εποπτεία

5) ολοκλήρωσις

ε) ̔Ιερωσύνη

στ) ̔Ιεροφάντης

ζ) Υπάτη μύησις

Είναι μία αξία προσοχῆς ταξινόμησις, ἡ τελειοτέρα τῶν μέχρι σήμερον προταθεισῶν.

Α’ περί ‘Ελευσινίων γνῶμαι τῶν ἀρχαίων. Ο ομηρικός ὕμνος εἰς τήν Δήμητραν ἔλεγεν:

.

* Ολβιος ὃς τὰ δ ̓ ὅπωπεν ἐπιχθονίων ἀνθρώπων

ος ο Ατελής ἱερῶν, ὃς τ ̓ ἄμμορος, οὔποθ ̓ ὁμοίην αἴσαν ἔχει, φθίμενος περ ὑπό ζώφῳ ἡερόεντι”.

Ο ποιητής Πίνδαρος, λέγει περί αὐτῶν:

* Ολβιος όστις ἰδών κεῖν ̓ εἴσιν ὑπό χθόνα

οἶδε μέν βίου τελευτάν, οἶδε δέ διόσδοτον ἀρχάν. Σύμφωνα μέ τόν Εὐριπίδην “εὐτυχεῖς καί εὐδαίμονες είναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τα μυστήρια τῶν θεῶν, οι δι ποῖοι καθαγιάζουν τήν ζωήν αὐτῶν “ἑορτάζοντες τὰ ὄργια εἰς τὰ ὄρη”.

Διά τον Σοφοκλῆ εἰς τά μυστήρια μόνον εἶναι ἡ ζωή. ̓Αλλαχοῦ βασιλεύουν μόνον ἡ δυστυχία καί ἡ κακία.

̔Ο χορός των μυστῶν εἰς τούς “Βατράχους” τοῦ ̓Αριστοφάνους, διακηρύσσει ότι δι’ αυτούς μόνον, τους μύστας δηλ. ὑπάρχει ὁ ἥλιος και δι’ αυτούς τό δῶρον τοῦ φωτός, διότι αὐτοί τηρούν τους κανόνας τῆς ἀρετῆς.

Ο Πλάτων βεβαιωνει ὅτι τό τέλος τῆς μυήσεως ἦτο ἡ αποκατάστασης τῆς ψυχῆς εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην. * ἐκ της οποίας έπεσε, εἰς τὴν ἐκ γενετής ἕδρα τῆς τελειοποιήσεως της”. Αναφέρει τον Σωκράτην ὡς ἐκφράζοντα την γνώμην ότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ίδρυσαν τα Μυστήρια, ἦσαν ἐντριβεῖς περί τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, διότι αὐτό ὑπόσχονται εἰς τόν μιούμενον να εὕρη θέσιν εἰς τήν κατοικίαν τῶν θεῶν μετά θάνατον, ἐνῷ βόρβορος και ρύπος θα περιεκύκλους τάς άλλας ψυχάς. Εν τέλει ὁ ἴδιος Πλάτων λέγει ότι το τέλος τῶν μυστηρίων ἦτο να φέρῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων εἰς ἐπικοινωνία αν και ένωσιν μετά τῶν θεῶν.

Μὲ τὸν αὐτόν ἐνθουσιασμόν ὁμιλοῦν οἱ Ισοκράτης, Κικέρων, Στράβων, Αριστείδης, Πορφύριος, Πλούταρχος κ.ά. Λίαν ἐνδιαφέρον εἶναι τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Πρόκλου λέγοντος: “Οι μυούμενοι συνήντων κατ’ αρχάς “πολλαπλούς και πολυμόρφους θεούς”. Μετά τήν εἰσοδόν των ὅμως εἰς τὰ ἐνδότερα δεν συνήντων κατωτέρας Θεότητας τουναντίον ἐδέχοντα θείαν ἐπι φώτισιν καί μετελάμβανον αὐτῆς ταύτης τῆς οὐσίας τῆς θεότητας. Ο ίδιος συγγραφείς προχωρεί μέχρις ἀντιπαραβολῆς τῆς μεταδιδομένης φωτίσεως εἰς τά Μυστήρια προς τήν μυστικῶς λαμβανομένην διά τῆς ἐσωτερικῆς ἐνοράσεως. “Και ούτω, προχωρεῖ λέγων, ἐάν ἡ ψυχή κυττάξη προς τα έξω βλέπει σκηνάς καί εἴδωλα πραγμάτων, επανερχομένη όμως εἰς ἑαυτήν, διακρίνει και ανακαλύπτει την ιδικήν της ουσίαν, εν ἀρχῇ φαίνεται ότι παρατηρεῖ ἑαυτήν μόνον, ἀλλ ̓ ἀφοῦ εἰσδυση περισσότερον, ἀντιλαμβάνεται ἐκεῖνο ὅπερ καλεῖται νοῦς, ὅταν δὲ εἰσδύσῃ ἔτι ἐνδότερον εἰς τὸ ἄδυτον, τότε θεᾶται τῆς θείας ουσίας, εἶναι δὲ τοῦτο ἡ ἐξοχωτέρα τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, ἡ ἀνύψωσις τῆς ψυχῆς εἰς ἀνωτέρους ορίζοντας μέχρι καί τοῦ θείου, ἵνα φθάση καὶ ἐνωθῆ στενώς μετ’Εκεί νου ὅπερ εἶναι ἀνέκφραστον καί ὑπεράνω πάντων τῶν πραγμα των. “Οταν φθάση τόσον ὑψηλά μέχρι τῆς Πρώτης ̓Αρχῆς, ἡ ψυχή τελειώνει το ταξίδιόν της και αναπαύεται”.

Η Εσωτερική σημασία τῶν ‘Ελευσινίων. Το να θελήσωμεν να ἀναστηλώσωμεν τὴν ἐσωτερικήν διδασκαλίαν τῶν ̓Ελευσινίων βάσει τῶν ἐλαχίστων στοιχείων τὰ ὁποῖα περί αὐτῆς διαθέτο μεν, εἶναι ἔργον ἐξόχως τολμηρόν και υπόκειται μοιραίως εἰς πλάνας. Πρέπει δυστυχῶς νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι αἱ μέχρις ἡμῶν φθάσαται πληροφορίαι εἶναι πενιχρόταται και ανεπαρκέστα ται δι ̓ ἐν τοιοῦτον ἐγχείρημα, οἱ ἐπιδοθέντες εἰς τό ἔργον αὐτό διανοηταί και κυρίως ἀποκρυφισταί, ἐπέτυχον διατυπώσουν φανταστικός κατά τό πλεῖστον ὑποθέσεις, μή στηριζομένας παρά εἰς εἰκασίας,

Δέν θά ἐπιχειρήσωμεν να πράξωμεν καί ἡμεῖς τό αὐτό, τὰ ἀσφαλῆ στοιχεῖα μᾶς λείπουν. Εάν ὅμως παραδεχθῶμεν – οτι ἐπρόκειτο περί Μυστηρίων καί ὅτι ὅλα τά Μυστήρια κατά τῷ μᾶλλον ἢ ἦτον ὁμοιάζουν ὡς πρός τούς ἀντικειμενικούς σκοπούς, θα ηδυνάμεθα να υποστηρίξωμεν ὅτι ὁ κεντρικός πυΡήν αὐτῶν ἦτο ἡ γνώσις τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου καί ἰδιαι τέρως τῆς ψυχῆς του, τα πεπρωμένα αὐτῆς μετά θάνατον και ἡ κατά τον παρόντα ἀκόμη βίον ἐπίτευξις ἑνώσεως μέ τό θεῖον.

όλα τά ἄλλα τά ὁποῖα λέγονται καί γράφονται εἴτε καταλήγουν ἐν τελικῇ ἀναλύσει εἰς τάς ἀνωτέρω βασικάς άληθείας, εἴτε ἀντικατοπτρίζουν προσφιλεῖς ἀτομικές ἰδέας τῶν συγγραφέων. Επειδή όμως δέν εἶναι πρέπον να αποσιωπήσω μεν αυτάς, θά μᾶς ἐπιτροπῆ να παραθέσωμεν τινας ἐξ αὐτῶν ἐν συντομία.

Ο Victor Magnien κατά μήκος τοῦ ἀναφερθέντος βιβλίου του, στηριζόμενος ἐπί πλείστων ἀποσπασμάτων ἀρχαίων συγγραφέων, ἀναπτύσσει τελικῶς μίαν θεωρίαν περί ψυχῆς καί λυτρώσεως αὐτῆς, σύμφωνον τόπον πρός τόν Φαίδωνα του Πλάτωνος, ὅσον καί τῶν Νεοπλατωνικῶν. Προεξοφλεῖ δηλ. ὅτι οἱ μνησθέντες φιλόσοφοι ηρίσθησαν ἐκ τῶν Μυστηρίων τάς πηγάς των καί ὅτι τά φιλοτοφήματα των ἦσαν κατά πάντα σύμφωνα πρός τάς μυστηριακής διδασκαλίας,

‘OR. Siner ( Mystere Chretion, σ.164) γράφει: “Α ἑορταί αἱ ὁποῖοι ἐδίδοντο δίς τοῦ ἔτους, παρίσταναν το μέγα δράμα του Σύμπαντος, όπου διαδραματίζεται το πεπρωμένον τοῦ θείου εἰς τόν Κόσμον καί τῆς ἀνθρ.ψυχῆς. Η συμβολική αναπαράστασις τοῦ κοσμογονικοῦ καί ἀνθρωπίνου δράματος, απετέλει την τελευταίαν πράξιν τῆς μυήσεως. Δέν εἶναι δύσκολον νά ἐννοήσωμεν τήν ἔννοιαν τοῦ μύθου τῆς Δήμητρος καί τῆς Περσεφόνης, ̓Εκεῖνο τὸ ὁποῖον κατοικεῖ ἐναλλάξ εἰς τόν “Αδην καί εἰς τήν γῆν, εἶναι ἡ ψυχή. ‘Αλλ’αὕτη, παρασυρθεῖσα από το Μοιραίον, απεφάσισε να συμμερικσθή τηας τύχης του. ‘Εγεύθη τούς καρπούς του Αδου, ἐχόρτασεν ἡ ἀνθρ, ψυχή τό ἐφήμερον. Διά τήν αἰτίαν αυτήν δεν δύναται να κατοικῇ εἰς τὰ ὕψη τοῦ θείου, ἀλλ ̓ ἐπανέρχεται αδιακόπως εἰς το βασίλειον τῶν σκιών. Η Δήμητρα είναι το σύμβολον τῆς Ισχύος, ὁπόθεν ἐξῆλθεν ἡ ψυχή. Η δύναμις αὕτη θέλει να δώσει τὴν ἀθανασίαν εἰς τόν ἄνθρωπον. Η Δημήτηρ περιβάλλει τον προστατευόμενον της μέ τό πῦρ. ̓Αλλ ̓ ὁ ἄνθρωπος, Αδυνατεί να ὑποφέρη τήν δύναμιν τοῦ φωτός, τοῦ πνεύματος, οὕτω ἡ Δημήτηρ αναγκάζεται να μή συνεχίση τήν προσπάθειαν της και ιδρύει λατρείαν διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος θα συμμετάσχη του θείου, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν. ̔Ο “Ιακχος ἐξ ἄλλου ή ὁ Διόνυσος, εἶναι τὸ αἰώνιον θεῖον τοῦ ὁποίου αἱ ἀκατάπαυστον μεταμορφώσεις δημιουργοῦν τόν κόσμον”.

* Ed. Schuré λέγει ὅτι ὁ μῦθος τῶν ̓Ελευσινίων, εἶναι ἡ συμβολική αναπαράστασις τῆς ἱστορίας τῆς ψυχῆς, τῆς καθ όδου αὐτῆς εἰς τήν ὕλην, τῶν παθημάτων της εἰς τὰ σκότη τῆς λήθης, ἐν τέλει τήν ἀνάληψιν καί τήν ἐπιστροφήν της εἰς τήν αἰωνίαν ζωήν. Μέ ἄλλους λόγους εἶναι τό δράμα του σφάλματος καί τῆς ἀπολυτρώσεως ὑπό ἑλληνικήν μορφήν… Η ιδεώδης ζωή εἶναι ἡ σταθερά Επικοινωνία τῆς ψυχῆς μέ τό ἄπειρον μέ τήν ἀνθρωπότητα, μέ τόν Θεόν. Η ἐπικοινωνία αὕτη με το *Απειρον “ἦτο αυτή αὕτη ἡ ἀποκάλυψις τῆς στενωτάτης σχέσει ως τῶν ἀναριθμήτων ὄντων, τά ὁποῖα ὅλα προέρχονται από το ̓Αρχέτυπον καί ἀπό τήν ψυχήν του Σύμπαντος, εἰκόνες πολυπληθεῖς, μορφαί εξελισσόμεναι, ἐκφυλιζόμεναι ἢ Αποκαθιστάμεναι ὑπό τοῦ Αἰωνίου “Αρρενος καί τοῦ Αἰωνίου θήλεος”.

Τέλος ο Σπ. Νάγος, εἰς μίαν ὁμιλίαν του ἐν ‘Ελευσίνι εἶχεν εἴπει: ” Διά τους Αγνοούντας τα πάντα δύναται ἡ περσεφόνη να περιορίζεται εἰς τήν ἔννοιαν τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν καρπῶν τῆς Γῆς, οἱ ἐννοοῦντες ὅμως τήν ἑλληνικήν Παράδασιν προχωρούν ταχέως εἰς τήν σύλληψιν τῆς πραγματικής αληθείας, ἣν διά τῆς μυήσεως απεκάλυπτον οἱ μύσται τῆς Ελευσίνος”.

Βιβλιογραφία. Μαλτέζου, Ελευσίνια Μυστήρια, νέα ἔκδ. Κουρ τίδου, Αρχαία Ελλην. Μυστήριο 137. Λάσκαρης 365. El Levi,Histoire 29. Brillant, Les Mysteres d’ Eleusis.

Ο Wedgwood ἐχρίσθη ἐπίσκοπος τῷ 1913 ὑπό τοῦ ἐπισ σκόπου Mathew. Ο Leadbeater έχρίσθη τῷ 1916 ὑπό τοῦ Wedgwood. Κατ’ αὐτόν τον τρόπον ἐτηρήθη ή αποστολική δια δοχή.

Βιβλιογραφία, 6.W. Leadbeater, Die Wissenschaft der Sekra- mente-Pigott, Die Liberal Katholische Kirche,

J.J. Wedgwood, The place of Ceremonies in the Spiritual Life London 1927.

Dr F.K. Steinberger, Esoteriker des Westens.

(Ανάγλυφον ἀπό τό ἱερόν τῆς ̓Ελευσίνος Εἰς τό μέσον τό ἱερόν Ρόδον, ἀριστερά Στάχεις. Δεξιά ὁ κάλαθος περιέχων τά ἱερά ἀντικείμενα.)